Αν τίποτ’ άλλο δεν κερδίσαμε, μάθαμε τουλάχιστον πως αύριο θα συναντηθούμε. Αυτό διδάσκουμε, αυτό κηρύττουμε, μην κάνοντας καθόλου κήρυγμα, γιατί όποιος λέει πως αγαπάει ό,τι αγαπάει, δεν κάνει κήρυγμα, λέει μονάχα εκείνο που δε θα μπορούσε να μην πει. Γιάννης Ρίτσος

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Κι όμως, είναι είδηση!



Τα νεύρα μου…  μια καρέκλα, δυο τσιγαράκια, μια λευκή σελίδα και να γράψω… Μη μού φύγει, γιατί θα του φύγω…
Ήμουνα στο πέρα δωμάτιο. Για μπογιατζής το ξεκίνησα σήμερα, η κυρία Πενία, όμως, απαιτούσε ράφτρα.
Κάτι ξηλώθηκε, έπρεπε να ραφτεί.
Έτσι, άφησα τα πινέλα μου, άρον άρον. Δεν είχα υπολογίσει καλά όμως την εργολαβία της ραπτικής και έτσι πέρασαν πολλές ώρες χωρίς μουσική. Όταν το κατάλαβα όμως, η μικρή Αλεξάντρα, η μαμά της και πολλά παιδιά της γειτονιάς, ακόμα και οι γειτόνισσες, είχαν κλέψει τα αυτιά μου.
Στην αρχή το χάρηκα πολύ. Χόρευε η ψυχή μου…
Μετά, αγριεύτηκα λιγάκι. Μετά νευρίασα, μετά σιώπησα, μετά χαλάρωσα, μετά γέλασα, μετά ήρθα να γράψω, όχι για να μη ξεχάσω εγώ, αλλά για να θυμίσω κάποτε στην Αλεξάντρα, όταν μεγαλώσει, αν ζω, πως μια μέρα του Απρίλη του 2013 ήμουνα αόρατος μάρτυρας σε μια πολύ σημαντική στιγμή της ζωής της.

Απ’ το πρωί γινόταν συζήτηση για ένα γιογιό. Άκουγα, άκουγα, γνώριζα φωνές, δεν ήθελα να παρουσιαστώ στην σκηνή. Έφταναν τόσοι πρωταγωνιστές! Εγώ έλειπα, για να ξυπνήσω τον γιο μου, που δουλεύει τα ξενύχτια του!
«Αλεξάντρα, κάτσε εκεί να κάνεις τσίσια!»
Θα ήταν 11!
«Αλεξάντρα, κάνε τσίσια, να το πούμε στον μπαμπά το μεσημέρι, να σου πάρει δώρο!»
Θα ήταν 12!
«Αλεξάντρα, ακόμα!»
Θα ήταν 13!
«Μαμά, μαμά! Τσίσα!»
Θα ήταν 13:30!
«Μπράβο! Μπράβο! Σήκω τώρα!»
Δεν είδα… Σηκώθηκε και μάλλον τα κατάβρεξε όλα.
Κι ύστερα τα παιδιά φώναζαν:
«Κυρία Τάδε, κυρία Τάδε, η Αλεξάντρα έκανε 7 φορές τσίσα απ’ το πρωί στο γιο- γιο!» είπε η μεγαλύτερη αδελφούλα.
«Τ’ ακούσαμε, τ’ ακούσαμε» απάντησε χαρωπά εκείνη. «7 φορές; Μα, τι έφαγε; Καρπούζι;»
Κανένας δεν απάντησε, μόνο εγώ μουρμούρισα από μέσα μου: «Αποκλείεται να είναι 7. Απ’ το πρωί χωρίς μουσική, και μόνο για … την έβδομη άκουσα παλαμάκια…  (Άσε τους διαλόγους που δεν έγραψα!) Κι αυτή απ’ έξω… Έλεος!»
Ούφ! Ξαλάφρωσε το παιδί!
Εγώ, να δεις!
Ανέβηκε μετά στο ποδήλατο το παιδί και η μαμά πήρε μέσα το γιο- γιο, να το πλύνει.
Κι εκείνο τ’ άτιμο, μετά, πάνω στο ποδήλατο, φώναζε:
«Τσίσα, μαμά, τσίσα!»
Σιγά μην άκουσε η μαμά! Ήταν μέσα! Τ’ άλλα τα παιδιά είχαν αποτραβηχτεί απ’ το σκηνικό, οι γειτόνισσες έτρεξαν στην κατσαρόλα τους, εγώ έραβα ακόμα, αυτόπτης ακουστικός μάρτυρας!
Η μαμά θα είδε το βρεγμένο βρακάκι, τώρα, οπότε… τι να μαρτυρήσω;
Με τις υγείες σου, Αλεξάντρα μου! Άντε να μεγαλώσεις, γιατί είναι πανάκριβα τα μπέιμπι λίνο!
Άντε, να καταργήσεις και το γιο γιο, μη χάνεις χρόνο απ’ το παιχνίδι σου!
Άντε, να βρω κι εγώ τη χαμένη σειρά μου…!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου