Αν τίποτ’ άλλο δεν κερδίσαμε, μάθαμε τουλάχιστον πως αύριο θα συναντηθούμε. Αυτό διδάσκουμε, αυτό κηρύττουμε, μην κάνοντας καθόλου κήρυγμα, γιατί όποιος λέει πως αγαπάει ό,τι αγαπάει, δεν κάνει κήρυγμα, λέει μονάχα εκείνο που δε θα μπορούσε να μην πει. Γιάννης Ρίτσος

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Μα...



Δεν ήταν ένας, δεν ήταν δυο. Πέντε παλικάρια. Πέντε φοιτητές. Πέντε φίλοι. Τους ένωσε η φιλία, οι στιγμές, το κρύο και η φτώχεια. Μαθημένοι στο ρεφενέ τα τελευταία χρόνια, μη εγκαταλείποντας τα όνειρά τους και την χώρα τους, το πάλευαν…
Μόνο που δεν ήξεραν με ποιον, πάλευαν!
Η παρέα; Φίλος. Το κρασάκι; Φίλος. Η ζεστασιά; Φίλος.
Μα ποιος να ήταν ο εχθρός;
Ποιος έστειλε τον Χάρο να γλεντήσει;
Ποιος; …Και πρόλαβε και πήρε ήδη δυο παλικάρια!
Ποιος; Ποιοι;
Ακόμα να τους πιάσει το αυτόφωρο;
Ακόμα;
Καλά… Ο Χάροντας δεν πιάνεται, έτσι κι αλλιώς. Μα… οι άλλοι;
Γιατί κυκλοφορούν ελεύθεροι και απλά «λυπούνται»;
Γιατί οι δρόμοι είναι άδειοι και δε γέμισαν κόσμο;
Πού είναι οι Έλληνες;
Πού είναι οι γονείς;
Δεν έχουν παιδιά;
Έχουν εξασφαλισμένο των δικών τους παιδιών το αύριο;

Υγ. Ήρθε ο Μάρτης λέει, κι έφερε λουλούδια… Βγήκα να τα «μαζέψω». Τώρα είδα τι έβγαζε ο φακός. Τα μάτια μου έβλεπαν ξαπλωμένα παλικάρια… Δυο σε λουλουδάτα «κρεβάτια» και τρία σε εντατικές.
Μαννάδες έβλεπα να σπαρταρούν, μπαμπάδες να ξυπνάνε…
Δε ξέρω. Είμαι από χωριό, κι αν ζούσα εκεί, ίσως να είχα κατασκηνώσει στην πλατεία, εδώ και καιρό, μέχρι να σιγουρευτώ ότι όλα τα σπίτια έχουν θέρμανση, φως και τροφή, τουλάχιστον! Ακόμα και οι εξελιγμένοι στάβλοι, έχουν, κι εμείς είμαστε άνθρωποι!
Μπερδευτήκανε… Μας νόμισαν για ζώα.
Εμείς, δεν καταλαβαίνω…
Πού μπερδευτήκαμε;
Στην αρχή δέχτηκα πως είμαστε ένοχοι. Μετά, αφού ανέτρεξα στη ζωή μου, είδα πως, όσο κι αν το επιδιώκουν, δεν έχω ενοχές!
Φτωχιά γεννήθηκα. Αύγουστο του 1960.
Φτωχά ζω και τώρα, Μάρτη του 2013.
Υπήρξε μια εποχή που δούλευα κι εγώ, υπήρχε και οικονομικό πρόγραμμα, σήκωσα για λίγο κεφάλι στα όνειρα, τα δικά μου και των παιδιών μου.
Τώρα;
Τώρα με πάνε πιο πίσω κι απ’ το πίσω…
68 ή 70 ήταν; Πού να θυμάμαι; Μας πήγαν με το Σχολείο σε μια κηδεία. Η πρώτη μου κηδεία, μετά τον πατέρα, το 64 που δεν την θυμάμαι. Ένας μαθητής Γυμνασίου, της Βαρβάρας ο αδελφός είχε πεθάνει απ’ το μαγκάλι. Είχε δει στο όνειρό του, το προηγούμενο βράδυ, ‘λέγαν τα παιδιά, ότι «έτρεχε καβάλα σ’ ένα άλογο!»
Δεν το’ χω ξεχάσει ποτέ αυτό το όνειρο, κι ας ήταν άλλου!
Έκλαιγαν όλοι, τότε. Μαζί τους κι εγώ.
Στα μαύρα το χωριό.

…Στα μαύρα κι η μάννα, μια ζωή!
Κράταγε τον δίσκο στις κηδείες…
Συνόδευε τους νεκρούς, ως κάτω…
Κι εγώ περίμενα, μη μού την κρατήσουν εκεί! Αν και πολύτεκνη οικογένεια, μόνο εκείνη είχα κοντά μου.

Μάρτης 2013… Τα μαύρα είναι μακριά… Δεν τα βλέπω.
Όπως κι η μάννα. Εκείνη Έφυγε φυσιολογικά, μα την «βλέπω» να μού χτυπάει το πόδι κάτω και να μού λέει αυστηρή:
«Ή ταν ή πετάς!»
Έτσι το καταλάβαινε. Να «πετάξω» να πάω στο θέλημα της γειτόνισσας ή όπου έπρεπε, γρήγορα.
Γρήγορα και να γράψω, λοιπόν.
Η ζωή συνεχίζεται…
Ας αλλάξω κανάλι. Υπάρχει και με ανέκδοτα.

Υγ.2 Δε ξέρω, τίποτα.
Εκείνο που ξέρω είναι, πως ότι ζω, μαθαίνω και βλέπω, δεν είναι ταινία. Είναι γεγονότα, δεν είναι «σινεμάς». Η φωτιά στη σκηνή είναι αληθινή. Όταν θα «ζεσταθούμε» πολύ, θα είναι αργά για να την σβήσουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου